6.Drinkin’ Gasoline – The Baboons
Βυθισμένος στις σκέψεις μου έχω διανύσει το μισό της διαδρομής μέχρι να φτάσω στην εθνική οδό. Πάντα χάνομαι στις σκέψεις μου πάνω στο μηχανάκι. Χωρίς έλλειψη αυτοσυγκέντρωσης, αλλά σαν να ενεργοποιείται ένας μηχανισμός σκέψης πάνω σε αυτό. Μερικές από τις καλύτερες ιδέες-λύσεις, μου έχουν έρθει στο μυαλό, καθώς οδηγώ.
Μάλιστα σκέπτομαι κατά τη διάρκεια που θα γράφω το βιβλίο να το καθιερώσω και το πρωί να κάνω βόλτες, με σκοπό να βυθιστώ στις σκέψεις μου και μόλις «το έχω» να σταματάω στο πρώτο καφέ και να γράφω.
Την αυτοσυγκέντρωσή μου κλονίζει η αναγκαστική επιβράδυνση μου, της τάξεως του 1,18g[1], καθώς από τα 80 χιλιόμετρα, που είναι η φυσιολογική μου ταχύτητα, αναγκάζομαι να προσεγγίσω σε ελάχιστο χρόνο, την ταχύτητα των 30 χιλιομέτρων ώστε να μην συγκρουστώ με τον παππού που συναντώ μπροστά μου.
Κολλάω από πίσω του, κατεβάζοντας ταχύτητα, για να έχω κατάλληλη σχέση στο σασμάν, ώστε στην πρώτη ευκαιρία να περάσω μπροστά του. Με πηγαίνει καροτσάκι για τουλάχιστον ένα χιλιόμετρο. Σε ένα άνοιγμα της νησίδας τον πιάνω στον ύπνο. Άλλωστε μάλλον είναι και η μόνιμη κατάσταση του και τον προσπερνώ.
Καθώς είμαι δίπλα του, στην διάρκεια της προσπέρασης, μια ατάκα περνάει στιγμιαία από το μυαλό μου, που δεν διστάζει να δώσει εντολή, μέσω των εγκεφαλικών κυμάτων, στα χείλη μου, τη γλώσσα μου, τις φωνητικές μου χορδές και τα άλλα συνεργαζόμενα όργανα, που ας με συγχωρέσουν για την παράληψη δεν τα αναφέρω, για την εξυπηρέτηση της ροής του λόγου, για να την κάνω ηχητικά κύματα.
«Που πας ρε παππού μεσημεριάτικα με τον χάρο;».
Την αμέσως επόμενη στιγμή περνάει ξανά η εικόνα του από το μυαλό μου. Σκέφτομαι τον εαυτό μου στην θέση του, με τη γερασμένη όψη και τα αργά αντανακλαστικά, που θα μου φέρνουν αγωνία και θα με υποχρεώνουν σε μετακινήσεις αργών ταχυτήτων και τον νεαρό που θα περνάει από δίπλα μου, αγανακτισμένος για την καθυστέρηση που προκαλώ στη δική του πορεία και με πιάνει ένα ενοχικό άγχος.
Μετά σκέπτομαι το ότι σήμερα κάτι λιγότερο από ένας στους τέσσερεις πεθαίνει από καρκίνο. Κάτι περισσότερο από ένας στους τέσσερεις από καρδιά. Ένας στους πέντε από εγκεφαλικό και ένας στους εννέα από αναπνευστικό. Περίπου ένας στους δεκαπέντε από διαβήτη και ένας στους δέκα από τροχαίο, ατυχήματα γενικότερα και άλλες ασθένειες. Αντιλαμβάνομαι λοιπόν πως οι πιθανότητες να βρεθώ στη θέση του είναι σχεδόν μηδαμινές!
Καθησυχάζομαι!
Έχω φτάσει λίγο πριν την Εθνική οδό, που θα ακολουθήσω με κατεύθυνση προς τον Πειραιά, όπου είναι και ο τελικός της προορισμός.
Πριν όμως μπω κάνω μια μικρή παράκαμψη για να βάλω βενζίνη στο βενζινάδικο που βάζω πάντα. Το έχουν, αν είναι δικό τους, κάτι πολύ συμπαθητικά παιδιά και γι αυτό σχεδόν πάντα βάζω από εδώ.
Πιο παλιά και σπάνια πλέον, έβαζα σε ένα άλλο βενζινάδικο που το έχει ένα πολύ καλό παιδί, από το Πακιστάν μάλλον, αλλά που πλέον από τότε που έκλεισα το μαγαζί, δεν περνάω πια από εκεί. Μάλιστα αυτός, είχε κάνει κάποια στιγμή κάτι και με εντυπωσίασε ιδιαίτερα.
Είχα σταματήσει με το αυτοκίνητο, όταν ακόμη δούλευε και πριν βάλω βενζίνη, είχα διαπιστώσει ότι δεν είχα καθόλου χρήματα μαζί μου. Με εμφανές το αίσθημα ντροπής, του εξήγησα πως δεν θα βάλω βενζίνη, μιας και είχα ξεχάσει το πορτοφόλι μου στο σπίτι αλλά εκείνος επιμένοντας, μου έβαλε από μόνος του βενζίνη αξίας είκοσι ευρώ, που έβαζα συνήθως.
Είναι μερικά μικρά πράγματα, που λένε μεγάλες αλήθειες.
Μερικές φορές είναι τόσο μεγάλη η έκπληξη από την αυθόρμητη προσφορά μερικών ανθρώπων, από τους οποίους δεν το περιμένεις, μιας και δεν ανήκουν στο κοντινό σου περιβάλλον και όμως κάνουν πράγματα που οι κοντινοί σου θα αρνούνταν. Κοινώς, θα σφύριζαν αδιάφορα…
Η αλληλεγγύη και η υποστήριξη δεν είναι αυταπόδεικτος καρπός των κοινωνικών δεσμών.
Φυσικά την επόμενη μέρα, του έδωσα τα χρήματα και μαζί δύο CosmicSoda μπλουζάκια δώρο, όχι για ανταπόδοση, αλλά για την αδελφοποίησή μας. Και μιας και δεν μπορώ τα ξυραφάκια για να ενώσουμε το αίμα μας, ήταν ο καλύτερος τρόπος. Δυστυχώς δεν με βγάζει πια ο δρόμος από εκεί και έχω καιρό να τον δω.
Και με τα παιδιά εδώ, κάπως έτσι νιώθω. Δεν είναι ότι κάνουμε παρέα, δεν είναι ότι ξέρουν τα πάντα για εμένα και εγώ τα πάντα γι αυτούς. Είναι ότι έχω την αίσθηση πως δεν είμαστε ξένοι, πως δεν είναι ρομποτάκια εξυπηρέτησης, που μόλις φύγω θα μπουν ξανά στην πρίζα, για να επαναφορτιστούν. Μου αρέσει να κάνω δεσμούς και να εξυπηρετούμαι από ανθρώπους που μου δίνουν την δυνατότητα να μην χρειάζεται να είμαι συνέχεια σε εγρήγορση.
Η ελαφρότητα και η ξεγνοιασιά της εμπιστοσύνης. Την έχω πατήσει και σίγουρα θα την ξαναπατήσω λόγω αυτής της αντίληψης, όμως αυτό το συναίσθημα είναι τόσο όμορφο. Και τελικά, γιατί λόγω της ροπής προς εκμετάλλευση να τείνουμε προς την δυσπιστία αντί να προσπαθήσουμε να εξαλείψουμε, την ίδια την εκμετάλλευση;
Και η επιλογή μου δεν στηρίζεται στη χαμηλή τιμή. Ξέρω ότι είναι από τα πιο οικονομικά βενζινάδικα. Αλλά δεν ελέγχω ποτέ την τιμή. Με την εμπιστοσύνη που τους έχω, η δική τους τιμή, για μένα, αντιπροσωπεύει τη χαμηλή τιμή της αγοράς.
Άλλωστε δύο ευρώ έβαζα, δύο ευρώ βάζω…!
Μπαίνω στο βενζινάδικο από τη δεύτερη είσοδο, κάνοντας έναν μικρό κύκλο, ώστε να είμαι στη σωστή κατεύθυνση όταν βγω ενώ παράλληλα το σώμα μου να βρεθεί στη κατάλληλη θέση, όπως κατεβαίνω, για να ανοίξω την σέλα από το μηχανάκι.
Υπάρχουν πολλά πράγματα στην καθημερινότητά μας που απαρτίζονται από δύο φάσεις. Για παράδειγμα η επίσκεψη στο βενζινάδικο, όπου στην μια φάση μπαίνεις, ενώ στη δεύτερη βγαίνεις. Το παρκάρισμα του αυτοκινήτου στο πάρκινγκ κατά τον ίδιο τρόπο. Η χρήση του ασανσέρ, η τοποθέτηση του αυτοκινήτου στο πλοίο και τόσα άλλα που έχουν ένα κοινό χαρακτηριστικό. Η μία φάση θα είναι σίγουρα πιο πακέτο από την άλλη. Κάτι που είναι σχεδόν προκαθορισμένο. Έτσι αν ταλαιπωρηθείς κάνοντας έναν μικρό κύκλο στο βενζινάδικο κατά την είσοδο, θα είναι πιο εύκολη η έξοδος. Αν βάλεις το αυτοκίνητο στο πάρκινγκ το βράδυ με την όπισθεν, το πρωί θα το βγάλεις βάζοντας απλά πρώτη και έφυγες! Αν πάλι ταλαιπωρηθείς, περιμένοντας όλους τους άλλους να μπουν στο ασανσέρ και μπεις τελευταίος, θα βγεις πρώτος!
Σταματώ μπροστά στην αντλία. Ανοίγω τη ζελατίνα του κράνους. Με τα δάκτυλά μου, προσπαθώ ψηλαφίζοντας να βρω τα πλήκτρα της έντασης του iPhone, πάνω από την τσέπη. Χαμηλώνω τη μουσική. Όχι ότι έτσι καταλαβαίνω περισσότερα, αλλά τουλάχιστον έχω κάνει κάθε δυνατή ενέργεια.
Κατεβαίνω από το μηχανάκι και χωρίς να το βάλω στο σταντ, κρατώντας το, βγάζω τα κλειδιά από τον διακόπτη και τα βάζω στην κλειδαριά της σέλας για να την ανοίξω.
Σήμερα δουλεύει η Λουΐζα με τα μακριά μαύρα μπουκλωτά μαλλιά, την μιγάδικη ομορφιά και το μοναδικό χαμόγελο που έχει, καρφωμένο στο πρόσωπό της. Μέσα το ένα από τα δύο αγόρια, που μάλλον είναι και οι ιδιοκτήτες, με χαιρετάει.
Δεν ξέρω τα ονόματά τους. Δεν ξέρω κανένα όνομα εκτός από την Λουΐζα, που το όνομά της διάβασα σε ένα μενταγιόν που φορούσε μια μέρα στο λαιμό, γραμμένο με καλλιγραφικά γράμματα, κρεμασμένο με ένα μικρό αλυσιδάκι. Υποθέτω λοιπόν ότι την λένε Λουΐζα. Εκτός πάλι αν της αρέσει αυτό το όνομα και απλά το φοράει. Κάτι που θα το υποπτευόμουν περισσότερο αν έγραφε Βαγγέλης.
Ανοίγω τη σέλα και την τάπα της βενζίνης. Η Λουΐζα με ρωτάει πόση βενζίνη θέλω να βάλει. Αυτό το κατάλαβα. Της λέω δύο ευρώ για να μου μείνει και το ένα για ώρα ανάγκης. Τώρα τι μπορείς να κάνεις με ένα ευρώ σε ώρα ανάγκης, δεν ξέρω! Ίσως να πάρω μισή τυρόπιτα. Ένα εισιτήριο διάρκειας ενενήντα λεπτών. Δύο μπουκάλια εμφιαλωμένο νερό μικρά ή ένα μεγάλο που συνήθως δε βολεύει γιατί μέχρι να το πιώ ζεσταίνεται. Ένα πακέτο φθηνές τσίχλες ή καμία πλαστική τροφή για τη λιγούρα… πράγματα μάλλον άχρηστα σε ώρα ανάγκης, εκτός από το νερό …αν ήμουν στην έρημο. Ίσος πάλι απλά νιώθω καλύτερα όταν σκέπτομαι ότι έχω κάποια χρήματα, ακόμα και αν αυτά είναι το ασήμαντο ποσό του ενός ευρώ.
Καθώς γεμίζει το ρεζερβουάρ, κοιτάζει μία το στόμιο της αντλίας και μία εμένα και κάτι μου λέει.
Το γεγονός πως δεν την ακούω, συσχετίζεται με πολύπλοκους και πολυσύνθετους νόμους της φυσικής, που αφορούν τα ηχητικά κύματα και τη μετάδοσή τους. Αυτοί είναι και αποκλειστικά υπεύθυνοι για την παρεμπόδιση των κυμάτων να εισέλθουν και να διεγείρουν κατάλληλα το τύμπανό μου μέσα από το κράνος, που και για αυτό έχω άλλοθι, μιας και είμαι υποχρεωμένος από τον νόμο να φοράω. Παρόλα αυτά αισθάνομαι ένοχος για αυτό και προσπαθώ να δείξω πως την ακούω και αντιλαμβάνομαι όλα όσα μου λέει, κουνώντας καταφατικά το κεφάλι και επαναλαμβάνοντας τη λέξη «ναι, ναι» …χαμογελώντας.
Αυτό είναι κάτι που συμβαίνει τις περισσότερες φορές. Πολύ θα ήθελα να μάθω κάποια στιγμή τι μου λέει, αλλά αυτό το αίσθημα ντροπής λειτουργεί ανασταλτικά στην επιθυμία μου.
Με το μυαλό μου σκέπτομαι κάποιες πιθανές εκδοχές.
Εκδοχή πρώτη:
«Καλημέρα», το όνομά μου δεν το ξέρει, «Τι κάνεις, Καλά;»
«Ναι.»
« Έχει ζέστη σήμερα!».
Κρύο, βροχή, συννεφιά, ό,τι στο διάβολο έχει τέλος πάντων το ίδιο είναι.
«Ναι.»
«Φτιάχνει (χαλάει, θα χαλάσει) ο καιρός…»
«Ναι, ναι.»
Κάπου εδώ έχει τελειώσει το γέμισμα και δίνω τα χρήματα.
«Ευχαριστώ πολύ. Καλημέρα όμορφη».
«Παρακαλώ, καλημέρα». Χαμόγελο.
Εκδοχή δεύτερη:
«Καλημέρα» είπαμε, δεν το ξέρει το όνομα, «Τι κάνεις; Καλά;»
«Ναι.»
«Καλά εσύ δουλειά δεν έχεις και γυρνάς μεσημεριάτικα στους δρόμους;»
«Ναι.»
«Τι ναι; Ρεμάλι είσαι;»
«Ναι, ναι» Κάπου εδώ και σε αυτήν την περίπτωση τελειώνει η διαδικασία πλήρωσης του ρεζερβουάρ.
«Ευχαριστώ πολύ. Καλημέρα όμορφη».
«Παρακαλώ ρεμάλι». Χαμόγελο.
Εκδοχή τρίτη:
«Καλημέρα», μην λέμε τα ίδια τώρα, «Τι κάνεις; Καλά;»
«Ναι.»
«Τελικά θα μου προτείνεις να βγούμε καμιά μέρα;»
«Ναι.»
«Τι ναι; Κάθε φορά ναι λες αλλά ακόμα περιμένω… Μήπως είσαι γκέι;»
«Ναι, ναι.» Επίσης τελειώνει το γέμισμα και δίνω τα χρήματα.
«Ευχαριστώ πολύ, καλημέρα όμορφη».
«Ναι καλά…, μην ξεχάσεις να κανονίσουμε να πάμε μαζί στο Κολωνάκι καμιά μέρα, να ψωνίσουμε στριγκάκια!». Χαμόγελο.
Κλείνω την τάπα της βενζίνης περιστρέφοντας την κατά το ένα πέμπτο περίπου ώστε να κουμπώσει και κλείνω τη σέλα. Βγάζω το κλειδί και το βάζω στον κεντρικό διακόπτη ξανά. Χαιρετάω τα παιδιά και ξαναβγαίνω στον παράδρομο της εθνικής οδού, με κατεύθυνση προς Πειραιά.
« προηγούμενο κεφάλαιο / επόμενο κεφάλαιο »
[1] Με το g μετράμε τη δύναμη της βαρύτητας. Το 1g αντιπροσωπεύει την κατάσταση κατά την οποία στεκόμαστε ακίνητοι στην επιφάνεια της γης και κατά την οποία δεχόμαστε δύναμη 9,81 kg/cm2. Το ανθρώπινο σώμα επηρεάζεται πολύ από αυτή τη δύναμη, ενώ κάποιες βασικές λειτουργίες διαταράσσονται όταν υπάρξει αύξησή της, σε μέγεθος μεγαλύτερο του 5-6g, ειδικά όταν αυτό γίνεται παρατεταμένα. Σε μια τέτοια κατάσταση, εγώ με τα σημερινά, 100 κιλά μου θα ζυγίζω 500 για τα 5g. Για το λόγο αυτό και οι πιλότοι φορούν ειδικές στολές οι οποίες πιέζουν τα πόδια ώστε να αιματώνεται καλύτερα ο εγκέφαλος, για την αποφυγή της έλλειψης αισθήσεων. Μερικά παραδείγματα της δύναμης που υφίσταται ο χειριστής μερικών οχημάτων είναι τα εξής: Οδηγός φόρμουλα1 έως και 5g, επιβάτης σε τραινάκι (rollercoaster) Luna Park από 3.5g έως 6.3g, πιλότος κατά την αναστροφή ενός μαχητικού αεροπλάνου 9-12g, αστροναύτες στο διαστημικό πύραυλο «apolo 16» 7.19g, ενώ την μεγαλύτερη καταγεγραμμένη τιμή 42,6g την έχει δεχθεί το σώμα του John Stapp ο οποίος ήταν το πρώτο crash test dummy, χωρίς να είναι …dummy, κατά τη διάρκεια στρατιωτικών πειραμάτων. Θεωρητικά το όριο που μπορεί να αντέξει το ανθρώπινο σώμα είναι τα 50g για ελάχιστο χρόνο.
Leave a Reply
You must be logged in to post a comment.


