9.Bad Businessman – Squirrel Nut Zippers
Σβήνω τη μηχανή, βγάζω τα κλειδιά και βάζω το στήριγμα καθώς κατεβαίνω. Ανοίγω την μπαγκαζιέρα για να βάλω μέσα τα γάντια και το κράνος που θα βγάλω. Ή μήπως να μπω μέσα με αυτά, για να μοιραστώ τα συναισθήματα που νιώθω μαζί τους…
Πατάω το πράσινο κουμπί και ανοίγω την πρώτη πόρτα που με οδηγεί στον προθάλαμο της τράπεζας. Πατάω και το δεύτερο πράσινο κουμπί στην επόμενη πόρτα, που με βάζει μέσα στην τράπεζα. Η πρώτη κλείνει πίσω μου και, αυτόματα, ακούγεται ήχος από το άνοιγμα της κλειδαριάς της δεύτερης. Την σπρώχνω και πλέον βρίσκομαι μέσα στο σαλόνι.
Είναι λίγο σουρεαλιστική η ύπαρξη μου μέσα σε μία τράπεζα.
Τα πρώτα σκαλιά με φέρνουν σε οπτική επαφή με τα ταμεία. Είναι σχετικά άδεια. Συνήθως γίνεται ο πανικός τις πρώτες και τις τελευταίες μέρες του μήνα.
Κοιτάζω τους υπαλλήλους του τραπεζικού ιδρύματος. Οι κινήσεις τους είναι μηχανικές. Δεν δείχνουν να το διασκεδάζουν όπως κάνανε πριν μερικά χρόνια, που ήταν πολύ της μόδας να είσαι τραπεζικός υπάλληλος. Τότε που οι τράπεζες φυτρώνανε σαν τα μανιτάρια, δυστυχώς χωρίς να είναι το ίδιο εύγευστες αλλά σίγουρα περισσότερο επικίνδυνες, προσλαμβάνοντας όποιον ήξερε την προπαίδεια, για να τον κάνουν ταμία, κλητήρα, υποδιευθυντή και ό,τι τέλος πάντων θα έκανε το τραπεζικό ίδρυμα να δείχνει πιο μπροστά από τα άλλα, την εποχή των καλοθρεμμένων αγελάδων και της ασυδοσίας τους.
Τώρα όλα αυτά έχουν περάσει ανεπιστρεπτί και πίσω έχει μείνει μόνο η σκόνη τους και αυτά τα αποσυντονισμένα ανθρωποειδή. Άραγε, τουλάχιστον σπίτι τους να έχουν ανθρώπινη συμπεριφορά;
Ανεβαίνω την μικρή ξύλινη σκάλα και φτάνω στον πάνω όροφο που βρίσκονται τα μεγάλα κεφάλια. Εδώ δεν έχει δυνατότητα να έρθει ο καθένας.
Βλέπω τον διευθυντή, έναν ζεν πρεμιέ, γκριζομάλλη πενηνταπεντάρη, που θα μπορούσε να παίζει και σε αμερικάνικη σειρά τύπου «Grey’s Anatomy[1]», έχοντας το ρόλο του χειρουργού-υπεύθυνου γιατρού πιθανότατα, που τον περισσότερο χρόνο του τον καταναλώνει εποπτεύοντας και επαναλαμβάνοντας τη χαρακτηριστική φράση «εδώ όλα καλά;», μη δίνοντας απαραίτητα την εντύπωση της απόλυτης αντίληψης του τι συμβαίνει. Ίσως και αυτό να είναι το κόλπο του. Αυτοί που τον κάνανε Διευθυντή θα ξέρουν, ποιος είμαι εγώ να κρίνω;
Του γνέφω ότι ήρθα. Μου κάνει νόημα να τον περιμένω να τελειώσει. Ποια άλλη επιλογή έχω;
Περιμένοντας, πηγαίνω στο άλλο γραφείο να χαιρετήσω, τον ίσως πιο φιλικό υπάλληλο της τράπεζας. Άνθρωπο που τον φαντάζομαι συνέχεια να σκέπτεται νούμερα, επιτόκια, spreads, blue chips, μετοχές, budgets, euribors, statements, ανατοκισμούς, αντίκλητους, κεφάλαια, δείκτες, εγγυήσεις, ομόλογα, ισολογισμούς και όλα αυτά που ξαφνικά εμείς οι εξευρωπαϊσμένοι νεοέλληνες μάθαμε την τελευταία δεκαετία και που δεν θα με χάλαγε καθόλου τελικά, αν τα ήξερε μόνο αυτός. Σπάνια τον έχω δει να γελάει και τις περισσότερες φορές είναι μάλλον προβληματισμένος, όπως αρμόζει σε έναν αναλυτή τεχνοκράτη, υπηρέτη του τραπεζικού συστήματος. Παρόλο που παρουσιάζει όλα τα χαρακτηριστικά του συνειδητά εμπλεκόμενου τραπεζικού, είναι αυτός που συμπαθώ περισσότερο. Ίσως για την ειλικρίνειά του, που δεν προσπάθησε ποτέ να ωραιοποιήσει τα πράγματα για να πάρει κάποιο μπόνους αποδοτικότητας. Αντίθετα μάλιστα, κάποιες στιγμές, ίσως να ήταν περισσότερο ειλικρινής, από ότι και εγώ θα ήθελα, όπως τότε με τη διατύπωση της θέσης του σχετικά με το πρόβλημά μου, όταν ουσιαστικά ξεκίνησε πριν τέσσερα χρόνια, που μου έλεγε πως η λύση που θα έπρεπε να ακολουθήσω για να πάψω να πληρώνω τους υπέρογκους τόκους της τράπεζας, θα ήταν να πουλήσω το σπίτι.
Με χαιρετά και αυτός με το συγκρατημένο χαμόγελό του, που όμως έχει κάτι ξεκάθαρο απέναντί μου. Είναι μάλλον από τους λίγους τραπεζικούς υπαλλήλους που δεν με αντιμετωπίζει ως εγκληματία πολέμου και που μάλλον αντίθετα, στο βλέμμα του είναι φανερό πως αναγνωρίζει και μερίδιο ευθύνης σε όλα αυτά και από την δική τους πλευρά. Έχει αυτή την αύρα του ατόμου που ζει με τις ερινύες του.
Βγαίνω στο σαλόνι ξανά και κάθομαι για να τους περιμένω όλους, ή όποιον θέλει να έρθει τέλος πάντων, στην άδεια θέση μπροστά από το γραφείο του τρίτου υπαλλήλου, που συμμετέχει στο τμήμα που ασχολείται με τις επιχειρήσεις. Αυτόν δεν μπορώ να πω ότι τον συμπαθώ και ιδιαίτερα, όχι πως μου έχει κάνει και τίποτα για να τον αντιπαθώ, εκτός από δύο τρεις φορές που το έχει παίξει εξυπνίδης. Μπορεί αυτό το συναίσθημα να μου δημιουργείται γιατί πήρε τη θέση από το παλικάρι που ήταν πριν και που μου ήταν πολύ συμπαθής. Ίσως πάλι γιατί έχω μοιράσει όλα τα όμορφα αισθήματά μου στους άλλους και αυτός ως τελευταίος που εμφανίσθηκε δεν βρήκε τίποτα να πάρει.
Κάθομαι. Του υπενθυμίζω ποιος είμαι. Το θυμάται. Είμαι αξέχαστος και αξεπέραστος. Και είπαμε, είμαι και από τους μεγάλους πελάτες. Προβληματικός -- ξεπροβληματικός, από τους μεγάλους. Κάποια στιγμή επιτέλους ξεκουμπίζεται ο άλλος πελάτης που ήταν στο γραφείο του διευθυντή και που δεν μου φαίνεται τόσο μεγάλος όπως εγώ.
Επιτέλους ο Διευθυντής έρχεται και κάθεται μαζί μας, στην καρέκλα που βρίσκεται απέναντί μου. Φωνάζει και το υπόλοιπο επιτελείο για να έρθουν να δουν το παιδί θαύμα. Εκτός από τον Ματθαίο, εμφανίζεται και ένα άλλο φρούτο που δεν έχω ξαναδεί. Νιώθω περικυκλωμένος από τα κοράκια του καπιταλισμού. Αναρωτιέμαι, τελικά αν έκανα καλά που άφησα το κράνος και τα γάντια μου στο μηχανάκι…
«Τι κάνουμε Δημήτρη με το δάνειο;» κατευθείαν στο ψητό ο Διευθυντής.
«Θα πληρωθεί, αλλά δεν μπορεί να γίνει τώρα» απαντώ.
«Που είμαστε τώρα;» ρωτά ο Διευθυντής τον λιγότερο συμπαθητικό. Δεν είπα αντιπαθητικό.
«Μετά τη ρύθμιση έχουμε μείνει πίσω πέντε χιλιάδες ευρώ», απαντά.
«Δεν μπορείς να δώσεις τουλάχιστον τις τρείς χιλιάδες;» ρωτάει το νέο φρούτο, με έντονο προβληματισμό στο ύφος του, σαν να μιλάει για το πιο ευτελές ποσό. «Ρε μεγάλε τα τρείς χιλιάδες ευρώ, στραγάλια ή φασόλια είναι για να τα κόψω από το περιβόλι μου;» θέλω να του απαντήσω, αλλά περιορίζομαι στο…
«αυτή τη στιγμή δεν υπάρχουν και είναι αδύνατον να βρεθούν!»
«Ε, τότε δύο χιλιάδες… χίλια πεντακόσια τουλάχιστον για να δούμε τι μπορούμε να κάνουμε μετά!»
Εύκολα τον έριξα στα μισά, για δες που έχω αποκτήσει ταλέντο στις διαπραγματεύσεις.
«Και πεντακόσια να μου πείτε αυτή τη στιγμή, δεν θα μπορέσω να τα βρω, ούτε τα εκατό. Σε δύο, τρεις μήνες ναι, αλλά τώρα δεν τα έχω!»
«Σε δύο μήνες…», ο Διευθυντής…
«Με τρεις…», τον διακόπτω…
«Πόσα χρήματα θα έχεις;», ξαναρωτάει…
«Μάλλον όλα!» του απαντώ άνετος!
Την ερμηνεία του άνετος την έμαθα μέσα στα τραπεζικά ιδρύματα πριν μερικά χρόνια, όταν ερχόμουν για να ζητήσω δάνεια[2], μπλοκ επιταγών[3], αύξηση ορίων[4] και άλλα τραπεζικά προϊόντα, όπως είναι και η ορολογία τους στην αγορά, όλων αυτών που μπορείς να ζητήσεις από μία τράπεζα και που πιθανότητα θα σε φέρουν αργά ή γρήγορα στη χειρότερη θέση.
Ένας βασικός παράγοντας για να είσαι άνετος είναι να πιστεύεις αυτό που λες. Εγώ τα πίστευα όλα όσα έλεγα. Και τώρα τα πιστεύω. Άλλωστε είπαμε, είμαι αισιόδοξος άνθρωπος.
«Όλα; Και που θα τα βρεις σε τρεις μήνες διακόσιες πενήντα χιλιάδες ευρώ;» ξαναλέει ο Διευθυντής, με ύφος υποψιασμένου που δεν τα τρώει αυτά, καθώς κάθεται καλύτερα στην καρέκλα του, ακουμπώντας στην πλάτη της και κοιτώντας με μια γρήγορη ματιά τους υπόλοιπους, του τύπου «είδατε τι Διευθυντής είμαι…».
Η αλήθεια είναι ότι έχω βρεθεί με την πλάτη στον τοίχο. Είμαι σε αδιέξοδο. Η ερώτησή του δείχνει πως θα μπορούσε να βρεθεί τρόπος να πάρω αυτή την παράταση, αλλά θα πρέπει πρώτα να τους πείσω για το ότι έχουν βάση όλα όσα λέω. Και τώρα τι να τους πω; Για το βιβλίο; Πως περιμένω να βγάλω τόσα χρήματα από ένα βιβλίο που θα το πουλάω συνδρομητικά στο ιντερνέτ; Πως θα μαζέψω διακόσιες πενήντα χιλιάδες ευρώ, από ένα αυτοβιογραφικό μυθιστόρημα; Πως θα κλείσω τα χρέη μου πουλώντας ιστορίες με τα απομνημονεύματά μου, την κληρονομιά των εννέα τελευταίων ετών της ζωής μου; Κληρονομιά…
«Από κληρονομικά!» του απαντάω μετά από παρατεταμένη σιγή, συνεπακόλουθο της σκέψης μου, που όμως συνοδευόταν από παρατεταμένο βλέμμα καρφωμένο στα μάτια του Διευθυντή.
«Κληρονομικά;…;» Έχει μείνει μόνο προβληματισμός, χωρίς ίχνος ειρωνείας.
«Ναι!» του απαντάω πάντα αργά και καθώς κάθομαι αναπαυτικά στην καρέκλα… τον έχω!
«Και είναι αρκετά για να καλυφθεί όλο το ποσό;» ανασηκώνεται και αλλάζει θέση στην καρέκλα. Το έφαγε το τυράκι!
«Ω, ναι αρκετά για να καλύψω όλο το χρέος και να μου μείνει και ένα σεβαστό ποσό για να συνεχίσω τη δουλειά μου. Αλλά αυτή τη φορά σωστά. χωρίς δάνεια, χωρίς επιταγές!»
Τα πιο καλοειπωμένα και πιστευτά ψέματα, είναι απλά μια παραλλαγή της αλήθειας. Αυτό είναι που θέλω να κάνω. Να ξεχρεώσω και να συνεχίσω αυτό που έκανα με την CosmicSoda, αλλά με διαφορετικές συνθήκες.
Άλλωστε κληρονομικά του είπα… Για μένα αυτό κληρονομιά είναι… Δεν είμαι υπεύθυνος για το τι κατάλαβε. Ώρα είναι να με χρεώσει όπως εκείνη η γκόμενα που βγαίναμε κάποτε και που άρχισε να ουρλιάζει αποκαλώντας με «ψεύτη» μέσα στο αμάξι, κοπανώντας το τζάμι με γροθιές, γιατί ήμουν σε σχέση και δεν της το είχα πει μέσα στα πρώτα δύο ραντεβού και που δεν έδειξε να ικανοποιείται και πολύ από την απάντησή μου, «μα δεν με είχες ρωτήσει ποτέ!».
Ελπίζω να μην μου κάνει σκηνή και ο Διευθυντής μεθαύριο, μεγάλος άνθρωπος…
«Και τι κληρονομικό είναι αυτό, ακίνητο, οικόπεδο;» πετάγεται πάλι ο τύπος που πλέον σίγουρα τον αντιπαθώ. Τι θες αγόρι μου; Σε φέραμε νέουρα εδώ για να μας το παίξεις έξυπνος; Δική σου είναι η Τράπεζα;
Τον κοιτάζω και μου έρχεται να τον πιάσω από την γραβάτα, να την τραβήξω απότομα προς τα κάτω, μπροστά από το γραφείο του ώστε να σφιχτεί ο κόμπος, ενώ παράλληλα η μούρη του να κολλήσει στο γραφείο και καθώς είναι σε κατάσταση πνιγμού, να τον ρωτάω αν ενδιαφέρεται ακόμα για το αντικείμενο της κληρονομιάς. Όχι δεν θα μου κλονίσει αυτός την αυτοσυγκέντρωσή μου…
Το μυαλό έχει ανοίξει μια σελίδα που τρέχουν αλγόριθμοι, που δεν έχουν καμιά σχέση με τη λέξη που ψάχνω, απλά εμφανίστηκαν για εφέ και ένα άδειο πεδίο όπου μέσα του αλλάζουν λέξεις, οι περισσότερες χωρίς νόημα, αναζητώντας τη μια που θα έχει νόημα ή θα οδηγήσει σε αυτό. Καθώς οι λέξεις αλλάζουν, εμφανίζεται ένα γυναικείο όνομα! «Ρένα!» Όχι δεν είμαι τόσο αναίσθητος να σκέπτομαι γκόμενες τέτοια ώρα, άλλωστε η Ρένα δεν είναι γκόμενα. Είναι μια φίλη που γνώρισα τον τελευταίο χρόνο στο παιχνίδι και που περνάει μια αντίστοιχη φάση με τη δική μου. Βασική μας διαφορά είναι ότι αυτή έχει ένα αγροτεμάχιο.
« Αγροτεμάχιο!» απαντάω.
«Εκτός σχεδίου δηλαδή. Και είναι τόσο μεγάλο για να έχει τέτοια αξία;» ρωτά ο αντιπαθητικός.
Η Ρένα μου έχει επίσης πει πως το αγροτεμάχιό της είναι μεταξύ Κορίνθου και Ξυλοκάστρου, ενώ μου είχε πει πως είναι εκατό στρέμματα.
«Είναι εκατό στρέμματα και έχει πολλή μεγάλη αξία!»
«Ω, ω… πολύ μεγάλο. Και εγώ σαν ενδιαφερόμενος αγοραστής τι ενδιαφέρον θα είχα γι αυτό; Τι θα μπορούσα να το κάνω;»
Η φίλη μου, μου είχε πει, πως ψάχνουνε να βρουν κάποιον που…
«Να ενδιαφέρεται να χτίσει ξενοδοχείο!»
…αφού όπως μου είχε πει…
«είναι παραθαλάσσιο και έχει ένα χιλιόμετρο παραλία!»
Τώρα για τα νούμερα δεν είμαι απόλυτα σίγουρος, αλλά τι σημασία έχει πια…
«Λοιπόν πολύ καλά! Ας βάλουμε το θέμα στο 70-30 και ας το ξεκινήσουμε από την αρχή, ώστε να κερδίσουμε το χρόνο που χρειάζεται!» λέει ο Διευθυντής και κουβέντα για χρήματα!…Τώρα, τί είναι πάλι το 70-30; Δε γαμιέται, θα ρωτήσω. Άλλωστε τους έχω μαγέψει. Για μένα δουλεύουν τώρα!
«Τι είναι το 70 – 30;»
«Είναι ένα πρόγραμμα με το οποίο θα επαναχρηματοδοτήσουμε το δάνειο και θα παγώσουμε τους τόκους. Έτσι για δύο χρόνια από δύο χιλιάδες ευρώ το μήνα που έπρεπε να πληρώνεις, τώρα θα πέσει στα χίλια εκατό ευρώ, ενώ θα ξεκινήσεις χωρίς να χρωστάς».
«OK!» …φυσικά πάντα με το χαλαρό κουλ ύφος μου… Σιγά μην κάνω και κωλοτούμπες που μου το ρυθμίσανε με τέτοια περιουσία από πίσω…
«Είμαστε εντάξει;» ρωτάει ο Διευθυντής το νέο φρούτο που από την αρχή της συζήτησης δεν έχει ξαναμιλήσει και όσο το κάνει αυτό είναι συμπαθέστατος.
«Ναι, αλλά καλό θα ήταν να φέρνατε και λίγα χρήματα για να δείξουμε την καλή πρόθεση.»
Ρε κόλλημα με τα χρήματα αυτός. Θα καταστραφεί μια μέρα από την φιλαργυρία του. Άλλωστε, τώρα είμαι σε θέση ισχύος.
« Σας είπα πως τώρα δεν υπάρχουν χρήματα!» Λέω με αυστηρό τόνο και αποφασιστικά. Με περισσή αυτοπεποίθηση.
«Κοίτα, ας το προχωρήσουμε τώρα έτσι. Ο Δημήτρης δεν είναι άλλωστε και κανένας άγνωστος, μπορεί το παιδί να έχει προβλήματα τα τελευταία χρόνια, αλλά ούτε εξαφανίστηκε ούτε τα έχει παρατήσει…»
«Και έχω δώσει και κοντά ογδόντα χιλιάδες μόνο για τόκους σε τέσσερα χρόνια, χωρίς να μειωθεί το κεφάλαιο καθόλου!» τον διακόπτω με ένα πιο έντονο τόνο και ένα βλέμμα που περνάει διαδοχικά από όλων τα μάτια χωρίς να κουνήσω το κεφάλι, αποδεικνύοντας πως μπορεί να είμαι μαλάκας, αλλά μην νομίζεται πως δεν το γνωρίζω!
Τους έχω αφοπλίσει. Έχουν παραδοθεί για άλλη μια φορά στο μεγαλείο μου. Κανονικά μαζί με το νέο πρόγραμμα πρέπει να μου δώσουν και την Χρυσή Άρκτο, το Χρυσό Φοίνικα, τη Χρυσή Σφαίρα και το Όσκαρ μαζί. Και λίγα λέω.
«Λοιπόν ετοιμάστε τα χαρτιά που πρέπει να στείλουμε στα κεντρικά, για να μας στείλουν τις συμβάσεις. Δημήτρη, θα τα κανονίσεις εδώ με τον Γιώργο». Έτσι λέγεται λοιπόν ο αντιπαθητικός, που τώρα, όποτε μου συστήνουν Γιώργο, θα μου έρχεται στο μυαλό αυτός ο τύπος και δικαίως θα γεννάται αντιπάθεια για το νέο πρόσωπο.
«Εγώ σας αφήνω…» απλώνει το χέρι του ο διευθυντής για να χαιρετήσει την αυτού μεγαλειότητά μου. Ως ευγενής που είμαι και μιας που κατά βάθος τον συμπαθώ, του δίνω και εγώ το χέρι μου για την επισφράγιση της μεγάλης συμφωνίας. Τη στιγμή που κανονικά θα έπρεπε να πέφτουν τα φλας των δημοσιογράφων, ο αντιπαθητικός ξανανοίγει το στόμα του, φυσικά όχι για καλό…
«Και να ρωτήσω και κάτι…» Γυρνάμε και τον κοιτάμε όλοι.
«Έχετε βρει τον αγοραστή;» Γιατί, σκέφτεσαι να το αγοράσεις εσύ; Θέλω να του πω ειρωνικά του αντιπαθητικού, που ούτε οικοπεδάκι στο Δήλεσι δεν θα έχει και που τολμάει να μου κάνει ερωτήσεις …
«Ναι!» του απαντάω κοφτά και κοιτάζω πάλι τον Διευθυντή και απευθυνόμενος σε αυτόν του λέω:
«και μετά θα συνεχίσω επιτέλους τη δουλειά, σωστά, για να μπορεί να αποδώσει!»
«Και γιατί χρειάζεστε τρεις μήνες;» με ξαναδιακόπτει, ενώ ο Διευθυντής με ξανακοιτά.
Καλά, ο τύπος είναι σαν τα ζόμπι[5] σε ταινία τρόμου. Ηλίθια, αντιπαθητικά, μικρών δυνατοτήτων αλλά πολύ ανθεκτικά! Και στο τέλος ένα πάντα επιζεί, εκεί που το έργο έχει τελειώσει, για να κάνει τη μαλακία του.
Και τώρα η λέξη «Ρένα» δεν μου λέει τίποτα, δεν μου φέρνει καμιά απάντηση… πρόβλημα…
«πρόβλημα …τα!» λέω με στοχαστικό ύφος.
«…προβλήματα οικογενειακά… είμαστε τέσσερις οικογένειες που έχουμε αξίωση πάνω στην κληρονομιά και γι αυτό χρειάζεται χρόνο. Δηλαδή τα έχουμε σχεδόν λύσει, αλλά θέλει χρόνο για τις διαδικασίες…»
Αν ξαναμιλήσει θα του κλείσω τα χείλη με συρραπτικό και θα στάξω από πάνω κόλλα στιγμής, ενώ τη γραβάτα του θα τη βάλω στον καταστροφέα εγγράφων και θα πατήσω το κουμπί της έναρξης, παρακολουθώντας τον πώς χτυπιέται καθώς θα έχω δέσει τα χέρια του πίσω από την πλάτη του με τα κορδόνια του. Αν επιζήσει και από αυτό, τότε είναι σίγουρα ζόμπι, οπότε θα καταφύγω στην έσχατη λύση, να του καρφώσω το μολύβι του με την γομολάστιχα στην καρδιά, χρησιμοποιώντας το ποντίκι του υπολογιστή του για σφυρί.
«Οπότε είναι όλα υπολογισμένα!» φαίνεται να κατάλαβε τη δυσμενή θέση του και υπέκυψε στη λογική του.
«Θα ετοιμάσω τα χαρτιά και στην αρχή του επόμενου μήνα θα έχω έτοιμες τις συμβάσεις. Θα σε πάρω τηλέφωνο για να έρθεις με τον φίλο σου και την μητέρα σου να υπογράψετε.»
Ένας καλός περφόρμερ ξέρει πότε είναι η στιγμή που πρέπει να αποχαιρετήσει το κοινό του και να κλείσει την αυλαία…
«Δεν με χρειάζεστε τίποτε άλλο;» λέω.
«Όχι! Αν είναι κάτι θα σε πάρω τηλέφωνο» μου απαντά ο αντιπαθητικός.
Σηκώνομαι, τους χαιρετάω έναν, έναν χωρίς να κάνω διακρίσεις, ακόμα και τον αντιπαθητικό και γυρίζω αποφασιστικά την πλάτη μου και απομακρύνομαι με κατεύθυνση προς τη σκάλα. Κατεβαίνω τα σκαλιά με σταθερά επιβλητικά βήματα. Φτάνω στην πόρτα της εξόδου, όταν θυμάμαι τα εκατό ευρώ που μου είχε δώσει από χθες το βράδυ η μητέρα μου, για να τα βάλω έναντι σε μία από τις κάρτες της, που είχε ήδη καθυστερήσει να πληρώσει αρκετούς μήνες…
Πλησιάζω το μηχάνημα για τις αυτόματες πληρωμές, αλλά τελικά δίνω την θέση μου σε μία κυρία που χρειάζεται και λίγο παραπάνω βοήθεια με αυτό το διάολο. Την βοηθάω να περάσει το λογαριασμό της κάτω από το υπέρυθρο σκάνερ και μόλις τελειώνει βάζω τα χρήματα στο λογαριασμό και περιμένω την απόδειξη.
Φτάνω στην πόρτα που την ανοίγω για να βγει μια κυρία με καροτσάκι. Έχω την ευγένεια του δυνατού, επιτυχημένου, ήρεμου ανθρώπου. Για μένα δεν είναι ρόλος, ξέρω να αυθυποβάλλομαι.
Πατάω την μπάρα -- πόμολο της εξωτερικής πόρτας και βγαίνω έξω από το τραπεζικό ίδρυμα θριαμβευτής!
Η ζωή στο σπίτι πήρε παράταση για άλλους τρεις μήνες! Έχω μάθει να ζω μέσα στα μικρά διαστήματα παρατάσεων!
Άλλους τρεις μήνες για να ξεμπλέξω!
« προηγούμενο κεφάλαιο / επόμενο κεφάλαιο »
[1] Δραματική σαπουνόπερα -- αμερικανιά με θέμα ένα νοσοκομείο του Σηάτλ που πρωτοπροβλήθηκε με τίτλο πρώτου επεισοδίου «A Hard Day’s Night» από το ομώνυμο τραγούδι των Bealtes, ενώ διάφοροι άλλοι καλλιτέχνες έχουν δώσει την μουσική τους για την σειρά ακόμα και από ακυκλοφόρητα τραγούδια. Σειρά με μεγάλη τηλεθέαση που αποδεικνύει ότι το κοινό διψάει για δράμα και πόνο. Δεν έχω πολύ περισσότερα να πω, αφού δεν την έχω παρακολουθήσει, εκτός από αποσπασματικές στιγμές σε κατάσταση ζάπινγκ, μιας και δεν αντέχω τα αίματα και τις ενέσεις.
[2] Δάνειο ονομάζεται η διαδικασία κατά την οποία παίρνεις χρήματα από μια τράπεζα, έντοκα, για να καλύψεις τις ανάγκες σου. Υπάρχει μια άρρηκτη σχέση μεταξύ του επιτοκίου και της ανάγκης. Όσο πιο μεγάλη είναι η ανάγκη σου, τόσο μεγαλύτερο και το επιτόκιο. Αν δεν έχεις ανάγκη, μην ανησυχείς, θα φροντίσει η ίδια η τράπεζα για αυτό, με τις ανεξέλεγκτες, παραπλανητικές και πολλές φορές με την συγκατάθεση του κράτους διαφημίσεις, προσφέροντας σου δυο υπηρεσίες σε μια. Ειδικά την εποχή των «τρελών τραπεζών» το να πάρεις ένα δανειάκι ήταν απλό. Πήγαινες, το ζήταγες, σου κάνανε κάτι απλές ερωτήσεις, δίνοντας σου πολλές φορές και τις λύσεις μαζί, πεταγόσουν μέχρι το βρωμικάδικο της γειτονιάς (κατά την διαφήμιση γνωστού τραπεζικού ιδρύματος) και μέχρι να μασήσεις την τελευταία μπουκιά στο είχαν βγάλει, όχι μόνο αυτό, αλλά και δύο συνοδευτικά δανειάκια (επιδόρπιο) και 7 κάρτες δώρο (πακετάκι για το σπίτι). Και ζήσαμε εμείς σκατά και αυτοί (τράπεζες) καλύτερα…
[3] Μπλοκ επιταγών, γνωστό και ως καρνέ επιταγών, ονομάζεται ένα μακρόστενο, μικρό μπλοκάκι που αποτελείται από δέκα, εικοσιπέντε ή εκατό, αν είσαι και πολύ μούρη, φύλλα. Η ύπαρξή αυτού, σε όλο τον γνωστό κόσμο, στηρίζεται στην ευκολία και την ασφάλεια που σου προσφέρει το να μην κουβαλάς τα χρήματα που θα χρειαστείς για να πληρώσεις κατά την οποιαδήποτε συναλλαγή σου. Είναι μια άμεση εντολή στην τράπεζα σου, για να μεταφέρει το εκάστοτε ποσό, που έχεις αναγράψει και υπογράψει, από τον λογαριασμό σου, σε αυτόν που της παραδίδει (κομιστή) αυτή την επιταγή. Για το λόγο αυτό και οι επιταγές θεωρούνται (στον γνωστό κόσμο που λέγαμε παραπάνω) μετρητά. Έτσι ΑΝΕΞΑΡΤΗΤΑ την ημερομηνία εκδόσεως και όχι λήξης, όπως έχουμε συνηθίσει να λέμε, που μπορεί κάποιος να βάλει πάνω, αυτός που την έχει στα χέρια του μπορεί να πάει στο πρώτο κατάστημα της τράπεζας που αντιστοιχεί το καρνέ των επιταγών και να ζητήσει – απαιτήσει να πληρωθεί αυτά τα χρήματα. Ως άλλη μια πρωτοτυπία της «πατεντιάρικης» Ελλάδας, εδώ υπάρχει μια κοινά αποδεκτή στην αγορά «σύμβαση», κατά την οποία στις επιταγές τοποθετείται η ημερομηνία που ο εκδότης συμφωνεί με αυτόν που κάνει την συναλλαγή, να πληρώσει με αυτήν. Κάτι σαν να ένα ταξίδι στο μέλλον, με αυτό το μαγικό χαρτάκι. «Back to the future 3». Φυσικά αυτό γίνεται γιατί σε αυτή τη χώρα όλα στηρίζονται στα παράγωγα του προθέματος «πάρα». Το πάρα-κράτος, έχει στήσει μια πάρα-οικονομία που στηρίζεται από το πάρα-εμπόριο, όπου το ίδιο το κράτος συναινεί παρα-βλέποντας νόμους για συγκεκριμένους παρά-νομους (φίλους του), κάτι που το κάνει πάρα-πολύ καλά! Έτσι λοιπόν, αν βρεθείς κατηγορούμενος, για το «ποινικά κολάσιμο αδίκημα» της εκδόσεως ακάλυπτης επιταγής, το δικαστήριο είναι αμείλικτο και δεν δέχεται ότι εσύ μετά από 3-6-8-12 κτλ. μήνες από την έκδοση της επιταγής, που μπορεί να είναι η κοινά συμφωνημένη ημερομηνία πληρωμής της, μπορεί να καταστράφηκες ολοσχερώς, γιατί μπορεί να έπεσε κομήτης πάνω στις εγκαταστάσεις της επιχείρησής σου, ή δάκος στην σοδειά σου, αφού δεν αποδέχεται το μεταχρονολογημένο χαρακτήρα της. Παρόλα αυτά, το ίδιο το κράτος, νομιμοποιεί την διαδικασία και επιβάλει φόρους, κατά την ενεχυρίαση μεταχρονολογημένων επιταγών από την τράπεζα, για να τα κονομάει, κάνοντας εκεί τα στραβά μάτια στο «επί τη εμφανίσει» χαρακτήρα της… Με αυτό τον τρόπο και σε συνδυασμό με τις «επιταγές ευκολίας -- αλλαξοκωλίες» που χρησιμοποιούνταν κατά κόρον, ειδικά την τελευταία δεκαετία, η αγορά είχε χρήμα. Όχι αληθινό αλλά τι σημασία έχει;… Κινούταν, βρε αδερφέ, έπιανε στόχους, μας έβαλε στην Ευρωζώνη -- μην είμαστε αχάριστοι -- και μετά σαν κάθε όμορφη φούσκα… ξεφούσκωσε και αυτή, αφήνοντας πίσω, μόνο το 2009, 304.377 ακάλυπτες επιταγές, αξίας 3.008.635.761, σύμφωνα με τα στατιστικά στοιχεία της «ΤΕΙΡΕΣΙΑΣ ΑΕ», το μεγαλύτερο σύνολο των επιχειρήσεων καταστρεμμένο, από την έλλειψη ρευστού που πλέον δεν μπορούσε να καλυφθεί άλλο από εικονικά χαρτάκια, αφού οι τράπεζες δεν θεωρούν αυτό το παιχνίδι κερδοφόρο και αποφάσισαν να το σταματήσουν, κλείνοντας την κάνουλα και τον φαύλο κύκλο να αποκτά ζωντάνια με τοκογλύφους, απολύσεις, κλείσιμο επιχειρήσεων, ολοκληρωτικά χάσιμο περιουσιών, κατασχέσεις, πλειστηριασμούς, καχυποψία, εξαφανίσεις, αυτοκτονίες… Μια επιταγή που δεν έχει το αντίστοιχο αντίκρισμα χρημάτων κατά την εμφάνισή της από τον κομιστή της μπορεί να σφραγιστεί, εντός οκτώ ημερών, κάτι που αποτελεί την απόδειξη ότι ο κομιστής την εμφάνισε κατά την ορθή διαδικασία, ώστε να μπορεί να απαιτήσει τα χρήματά της. Μετά ακολουθεί η αναγγελία της στον «Τειρεσία» που είναι κάτι σαν τον μπαμπούλα που φαντάζονται τα παιδία και που χρησιμοποιούν οι μεγάλοι για να φάνε το φαγητό τους. Κατά τον ίδιο τρόπο λοιπόν είναι συχνές οι ατάκες τύπου, «εγώ άμα δεν την πληρώσεις μέχρι αύριο θα την σφραγίσω και θα μπεις στον Τειρεσία…», μιας και μετά από την αναγγελία το «θύμα» θα χάσει κάθε δυνατότητα πίστωσης και συναλλαγής με το αγαπημένο τραπεζικό σύστημα. Ο «Τειρεσίας ΑΕ» είναι μια ιδιωτική εταιρεία, που έχει ιδρυθεί από τις τράπεζες και που αδίκως θα μπορούσε να παραφραστεί ως «Μπαμπούλας ΑΕ» που αντιθέτως, ήταν πολύ συμπαθητική ταινία. Η αναγγελία πριν τις τελευταίες αλλαγές γινόταν άμεσα από την στιγμή της σφράγισής της επιταγής, με μόνο ανασταλτικό παράγοντα, το πόσο κολλητός ήσουν με τον διευθυντή… για να την ξεχάσει στο συρτάρι του. Πλέον σε αυτούς τους δύσκολους καιρούς, που το χρήμα είναι άφαντο και σε μια ύστατη προσπάθεια να βρεθούν έστω και πλασματικές λύσεις, το ίδιο το κράτος δημιούργησε ένα κεν
ό χρόνου ενός μήνα από την σφράγισή της μέχρι την αναγγελία, ευελπιστώντας πως ο κατεστραμμένος για να μην αναγγελθεί, θα κόψει τον κώλο του να τα βρει, μάλλον μην γνωρίζοντας την παροιμία που λέει, «ο βρεγμένος φοβάται την βροχή;»
[4] Όρια δανείων, συχνά με εξασφαλίσεις από υποθήκες ή ενεχυριασμένες επιταγές, γνωστά και ως «πλαφόν», τα οποία πολλές φορές θα το ακούσεις ως «μπλαφόν», που αποδεικνύει τον βουκολικό χαρακτήρα της χώρας. Απαραίτητο «εργαλείο» για την εύρεση ρευστού. Στην περίπτωση της ενεχυρίασης επιταγών, πας την επιταγή του πελάτη σου και η τράπεζα αφού την ελέγξει ως προς την φερεγγυότητα του εκδότη, σου δίνει ένα προσυμφωνημένο ποσό που κυμαίνεται από 80% έως 95% της αξίας του συνόλου των επιταγών, για τις συνήθεις περιπτώσεις και ανάλογα την αξιοπιστία σου, κατά τη γνώμη της τράπεζας. Αυτό αν έχεις επιταγή πελάτη. Γιατί αλλιώς αν δεν έχεις και καίγεσαι για ρευστό, στρέφεσαι στην «εύκολη λύση» των «επιταγών ευκολίας» ή στην καθομιλουμένη της αγοράς, στις «αλλαξοκωλιές». Αυτή είναι μια κατάσταση κατά την οποία ο ένας «συνεργάζεται» με τον άλλο, υποκινούμενοι από το αίσθημα συναδελφικότητας και του συναγωνιστικού τους χαρακτήρα, αφού από κοινού τραβάνε τον τάραχό τους σε αυτό τον μάταιο κόσμο. Έτσι στα δύσκολα σηκώνεις το ακουστικό, σχηματίζεις το νούμερο του φίλου σου και χωρίς περιττές σάλτσες τον ρωτάς, «μήπως σου περισσεύει κανένα φύλλο (από το μπλόκ επιταγών) να βάλλω στο (μ)πλαφόν;». Αυτό συνεπάγεται πως υπογράφεις και εσύ το αντίστοιχο ποσό σε επιταγή, για την ίδια ημερομηνία. Στο διασκεδαστικό παιχνίδι της γάτας με το ποντίκι, η τράπεζα που «δεν» θέλει τέτοιες μούφα συναλλαγές «α-πα-πααα εμείς δεν δεχόμαστε τέτοια πράγματα, όχι, όχι…», ειδικά εάν δεν είσαι μεγάλο κεφάλαιο στα κεφάλαιά της, ψάχνει να βρει τρόπους να τσακώσει τέτοιες συναλλαγές και να τις απορρίψει, …όταν δε γουστάρει. Έτσι κάνει διασταυρώσεις στις οποίες καταρχήν «χτυπάνε» τα στρογγυλά νούμερα και οι ίδιες ημερομηνίες με τα ίδια ποσά. Γι αυτό οι «έμπειροι» βάζουν καταρχήν νούμερα που να μοιάζουν αληθινά και όχι στρογγυλά και φροντίζουν οι ημερομηνίες να είναι κατά το δυνατόν διαφορετικές. Σε εξέλιξη της εξέλιξης των οφειλετών, η τράπεζα πλέον σε αυτούς που θέλει να τους την σπάσει, ζητάει πάντα τιμολόγια… κάτι που έβαλε φωτιά στα φωτοτυπικά και σε διάφορες άλλες πατέντες. Η μέθοδος της «αλλαξοκωλιάς» αποτελεί και σύστημα κοινωνικής δικτύωσης, πολύ πριν εφευρεθεί το Facebook, αφού στο ενδεχόμενο που δεν έχεις να εξυπηρετήσεις το φίλο σου, ή σε πολύ ψαγμένες καταστάσεις τριγωνικής «αλλαξοκωλιάς», προτείνεις τους δικούς σου γνωστούς, «έχω έναν δικό μου που είναι πολύ δυνατός και σίγουρος…», συνήθως αμφιβόλου ποιότητος και εμπιστοσύνης, αλλά για να κάνουμε σήμερα την δουλειά μας. Το γιατί το κράτος και οι τράπεζες ουσιαστικά επιτρέπουν κάτω από τον έλεγχό τους, όλο αυτό το παιχνίδι, χωρίς να κάνουν ουσιαστικά κάτι που να το μπλοκάρει, αλλά αντίθετα βάζοντας νομοθετικά πλαίσια που απλά τους επιτρέπουν να μοιράζουν την τράπουλα, αναζητήστε το στα επιτόκια που κυμαίνονται στο 14-15% και στους φόρους που επιβάλλονται σε κάθε τέτοια πράξη. Το μεγαλύτερο πρόβλημα, τουλάχιστον ως προς το άμεσο μέλλον, παρουσιάζεται όταν ο ένας από τους δύο δεν έχει να πληρώσει την «υποχρέωσή» του, καθιστώντας τον άλλο υπεύθυνο να καλύψει όλο το ποσό, αφού δεν μπορεί να ισχυριστεί λόγο του ύφους της συναλλαγής, πως δεν είναι δική του υποχρέωση. Και από την μικρή (και πικρή) μου πείρα θα σας πω, ότι όποιος μπλέξει με αλλαξοκωλιές, με μαθηματική ακρίβεια, πάει στον κουβά…
[5] Ζόμπι στη μοντέρνα δυτική κουλτούρα, από την οποία έχουμε την εικόνα τους στο μυαλό μας και κατά την οποία ο Άγιος Βασίλης είναι κόκκινος και έχει υπογράψει συμβόλαιο με γνωστή εταιρεία αναψυκτικών, είναι πλάσματα από ζωντανεμένα πτώματα ή μολυσμένους ανθρώπους, που πλέον βρίσκονται υπό τις οδηγίες κάποιου άλλου, χωρίς καμία προσωπική βούληση. Αυτό τα κάνει εξαιρετικά επικίνδυνα μιας και δεν έχουν αισθήματα, ούτε αίσθηση του φόβου και δεν χρηματίζονται, παρά μόνο την εμμονή να ολοκληρώσουν το στόχο τους, που έχουν πάρει ως εντολή. Ίσως αυτό θα μπορούσε να αποτελέσει λύση και να χρησιμοποιηθούν ως δημόσιοι υπάλληλοι. Συνήθως δεν κυκλοφορούν ποτέ μόνα τους, κάτι που δυσχεραίνει την συναναστροφή μαζί τους, ενώ το «δυο – δυο σαν τους Χιώτες» ακούγεται παιδικό, αφού αυτά πάνε «πολλά – πολλά, σαν τα ζόμπι». Άλλωστε πτώματα είναι κατά κύριο λόγο, δεν κοστίζουν. Δεν είναι ξεκάθαρο το πότε εμφανίζονται ιστορικά, μιας και αναφορές με στοιχεία αντίστοιχα προγράφονται στην κουλτούρα διαφόρων λαών. Υπάρχουν ακόμα και σε αραβικά κείμενα που περιέχονται στις «Χίλιες και μια νύχτες» αλλά σίγουρα εκεί που είναι πολύ έντονη η παρουσία τους είναι στην Αφρικανική κουλτούρα και στο Βουντού. Στον δυτικό κόσμο θα εμφανιστούν με το βιβλίο της Mary Shelley, Frankenstein το 1818, όπου η 18χρονη Mary, πρέπει να τράβαγε τρελά ζόρια όταν το έγραψε. Ακολουθούν πληθώρα συγγραφέων όπως οι W.B. Seabrook και H. P. Lovecraft, που παίζουν μαζί τους, ώστε να αποσαφηνιστεί η εικόνα τους. Τελικά με την «εισβολή» τους στον κινηματογράφο με ταινίες όπως το «η νύχτα των ζωντανών νεκρών» (1968) του George A Romero, θα αποκτήσουν την τελική μορφή τους και ένα πολύ παθιασμένο κοινό, ικανό να μεταμορφώνεται κατά καιρούς σε ζόμπι και να κάνει διάφορες πορείες ακόμα και κοινωνικοπολιτικού χαρακτήρα. Φυσικά πλέον βρίσκονται παντού! Σε βιβλία, ταινίες, σίριαλ, κόμικς, κινούμενα σχέδια, ηλεκτρονικά παιχνίδια, μουσική, δίπλα σου… Κατά την αφρικανική παράδοση αν τα ταΐσεις αλάτι πάνε σπίτι τους… Αν πιάσει γράψε μου.
2 Responses to '9.Bad Businessman – Squirrel Nut Zippers'
Leave a Reply
You must be logged in to post a comment.



Θα το σκεφτώ πολύ αν θα πρέπει να σε εξοργίσω μπροστά σε αντικείμενα γραφείου…
Δεν είχα σκεφτεί ποτέ, πως είναι φονικά όπλα ένα μολύβι με γομολάστιχα, ένα συρραπτικό, ένας διακορευτής κλπ! :lol:
Καλή εβδομάδα, Δημήτρη μου! ;)
astrofegia
31 May 10 at 11:23
Και που να δεις τώρα που η αδελφούλα μου, μου έφερε δώρο καταπληκτικό αλλά βαρύ sketchbook… ΤΡΕΜΕ ΚΟΣΜΕ!!!!
Dimitris Koutsomitsos
3 Jun 10 at 02:00